Ορίστηκε νέα ημερομηνία συζήτησης για τις 18 Φεβρουαρίου 2015. Το Πρωτοδικείο έκανε εν μέρει
δεκτή την αγωγή της στις 20 Απριλίου 2015, επιδικάζοντας αποζημίωση ύψους 21.250,66 ευρώ, συν
τους τόκους. Ωστόσο, έκρινε ότι ορισμένες από τις αξιώσεις της είχαν παραγραφεί.
Η Ν. Βερβελέ άσκησε έφεση. Η εκδίκαση της έφεσης αρχικά καθυστέρησε, λόγω απεργίας των
δικηγόρων αλλά έλαβε χώρα τελικά τον Δεκέμβριο του 2017. Το Εφετείο Αθηνών έκανε εν μέρει
δεκτή την έφεσή της τον Νοέμβριο του 2018.
Η προσφεύγουσα άσκησε αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε τον Φεβρουάριο του 2020, με το
καθαρογραμμένο αντίγραφο της απόφασης να είναι διαθέσιμο από τις 9 Απριλίου 2020.
Αιτιάσεις, διαδικασία και σύνθεση του Δικαστηρίου
Υπό το άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) και το άρθρο 13 (δικαίωμα σε αποτελεσματική
προσφυγή) της Σύμβασης, η προσφεύγουσα παραπονέθηκε ότι η αστική διαδικασία στην υπόθεσή
της είχε διαρκέσει υπερβολικά και ότι το ένδικο βοήθημα για την διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον
των πολιτικών δικαστηρίων δεν ήταν αποτελεσματικό.
Η προσφυγή κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις
3 Αυγούστου 2020.
Η απόφαση εκδόθηκε από Τμήμα επτά Δικαστών, το οποίο αποτελούνταν από τους ακόλουθους:
Peeter Roosma (Εσθονία), Πρόεδρος,
Ιωάννης Κτιστάκις (Ελλάδα),
Lətif Hüseynov (Αζερμπαϊτζάν),
Darian Pavli (Αλβανία),
Diana Kovatcheva (Βουλγαρία),
Canòlic Mingorance Cairat (Ανδόρα),
Vasilka Sancin (Σλοβενία),
καθώς και Milan Blaško, Γραμματέας Τμήματος.
Απόφαση του Δικαστηρίου
Άρθρο 13
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι η δικαστική διαδικασία είχε διαρκέσει σχεδόν 19 χρόνια
στους δύο βαθμούς και στην αναίρεση, η προσφεύγουσα είχε υποστηρίξιμη αξίωση για παραβίαση
του εύλογου χρόνου, για την οποία έπρεπε να διαθέτει ένδικο μέσο στο εσωτερικό δίκαιο.
Σημείωσε ότι, σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία (νόμος 4239/2014), οι αξιώσεις για δίκαιη
ικανοποίηση έπρεπε να υποβάλλονται χωριστά σε κάθε βαθμό. Το Δικαστήριο είχε παρατηρήσει στο
παρελθόν ότι το δικαίωμα σε αποζημίωση θα διευκολυνόταν αν οι αιτούντες είχαν την δυνατότητα
να παραπονούνται για την συνολική διάρκεια της διαδικασίας και είχε κρίνει αποτελεσματικό το
ένδικο βοήθημα, υπό τα άρθρα 35 § 1 και 13 της ΕΣΔΑ, λίγο μετά την εισαγωγή του (Xynos
κατά Ελλάδας, υπ’ αριθ. 30226/09). Τότε, το Δικαστήριο είχε, επίσης, σημειώσει την απουσία
αποφάσεων αποζημίωσης από τα εθνικά δικαστήρια αλλά είχε αποδεχθεί ότι αυτά θα
χρησιμοποιούσαν τα ίδια κριτήρια για τον υπολογισμό της και είχε επιφυλαχθεί να επανεξετάσει το
ζήτημα, σε μεταγενέστερο στάδιο, ανάλογα με την πρακτική που θα αναπτυσσόταν. Όταν
υποβλήθηκε η παρούσα προσφυγή, το εν λόγω ένδικο βοήθημα εφαρμοζόταν, ήδη, περίπου έξι
χρόνια.
Ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, όπως επιβεβαιώθηκε και από πιο πρόσφατες αποφάσεις,
και των στοιχείων που υποβλήθηκαν από τα διάδικα ενώπιον του μέρη σχετικά με τις αποφάσεις των
2